Για το νέο νόμο πλαίσιο και τις μεταρρυθμίσεις που αυτός στοχεύει να φέρει στην παιδεία, όλοι λίγο πολύ έχουν ακούσει και μάθει κάποια πιο συγκεκριμένα πράγματα και δε χρειάζεται να είναι κανείς μέλος της φοιτητικής κοινότητας όπως ο γράφων για να εντοπίσει την ουσία του. Η οποία ουσία του (πέραν κάποιων τυπικών διευθετήσεων που πρόκειται να πραγματοποιηθούν) δεν είναι άλλη από το ότι στο όνομα του δήθεν ¨εξευρωπαϊσμού¨ της παιδείας μας το ελληνικό πανεπιστήμιο στοχεύει να συνδεθεί με τους νόμους της αγοράς, γεγονός που καθιστά τα μελλοντικά πτυχία βεβαιώσεις ειδικών δεξιοτήτων (και φυσικά όχι γενικής μόρφωσης και εμβάθυνσης στην επιστήμη που έχεις επιλέξει να ακολουθήσεις), τα δίδακτρα μια πραγματικότητα που, αν και δεν αναφέρεται ρητά στο κείμενο του νόμου, δε θα αργήσει να βιώσει ο Έλληνας φοιτητής σε συγκεκριμένες σχολές, όταν τα μη δωρεάν συγγράμματα και η εκτύπωση φωτοτυπιών για το διάβασμα στην εξεταστική είναι κάτι που έχουμε ήδη αρχίσει να συναντάμε ολοένα και πιο συχνά. Ταυτόχρονα, η κατάργηση του ασύλου με αφορμή τις στην πλειοψηφία τους προβοκατόρικες ενέργειες ατόμων που ανήκουν δήθεν στον αναρχικό χώρο και σε αυτόν της ευρύτερης αριστεράς (χωρίς αυτό να σημαίνει πως μια μειοψηφία δεν εντάσσεται όντως σε αυτό το χώρο δρώντας απερίσκεπτα και ζημιογόνα για το φοιτητικό κίνημα) δεν έχει άλλο στόχο από το να κάμψει τις κοινωνικές αντιδράσεις που ξεκινάν από τα αμφιθέατρα. Τα όποια επιχειρήματα περί πάταξης της διακίνησης ναρκωτικών και προστασίας των φοιτητών από φαινόμενα βίας μόνο αστεία και προκλητικά μπορούν να χαρακτηριστούν, ειδικά όταν ο κύριος όγκος του εμπορίου απαγορευμένων ουσιών και οι εγκληματικές ενέργειες στο κέντρο της Αθήνας λαμβάνουν χώρο μπροστά στα αστυνομικά τμήματα και στις περιπολίες των αστυνομικών.
Ως κύριο θέμα των ημερών όμως δεν έχουν αναχθεί οι συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις στην τριτοβάθμια εκπαίδευση αλλά οι αντιδράσεις που έχουν αυτές δικαίως προκαλέσει. Με ένα σύντομο απολογισμό των 3-4 εβδομάδων πανελλαδικών καταλήψεων, γίνεται φανερό πως στις γενικές συνελεύσεις των περισσότερων σχολών υπήρξε ένα ισχυρό ρεύμα υπέρ της συγκεκριμένης αυτής μορφής αγώνα. Και κατά την άποψή μου, καλώς υπήρξε. Και την άποψη αυτή την εκφέρω δίχως να πετάω στα σύννεφα της ¨εξέγερσης¨, δίχως να περιορίζομαι στα στενά πλαίσια μιας ¨αριστερής φρασεολογίας και κριτικής¨ και κυρίως έχοντας λάβει σοβαρά υπόψιν μου το περιεχόμενο και τη φύση των επιχειρημάτων των φοιτητών που εντάσσονται στο λεγόμενο ρεύμα της ¨αντι-κατάληψης¨.
Ξεκαθαρίζω λοιπόν τη θέση μου παραδεχόμενος αρχικά πως παρά την αναγκαιότητά τους την περίοδο αυτή, οι καταλήψεις στην εφαρμογή τους έχουν αρκετά προβλήματα και ελλείψεις (βλ. μικρή συμμετοχή κόσμου, έλλειψη πολύμορφων πολιτιστικών εκδηλώσεων κτλ.) γεγονός που έκανε αρκετούς να αμφιταλαντευτούν σχετικά με το μείζον για το φοιτητικό κίνημα αυτό ζήτημα.
Η πραγματικότητα όμως είναι αμείλικτη με το ρεύμα της ¨Ανοικτής Σχολής¨ και υποδεικνύει πως στη συντριπτική τους πλειοψηφία οι φοιτητές που συμμετέχουν στη κίνηση είναι και οι πιο ανενεργοί πολιτικά μην έχοντας την οποιαδήποτε εμπειρία από κοινωνικούς αγώνες (έστω και το μικρό διάστημα που είναι κάποιοι φοιτητές), περιοριζόμενοι έτσι σε ψευτοπροοδευτικές φανφάρες περί ελεύθερης διακίνησης ιδεών σε ανοικτά πανεπιστήμια και βρίσκοντας οι πιο διαπρεπείς από αυτούς στέγη στα φιλόξενα τον τελευταίο καιρό δελτία ειδήσεων του ΣΚΑΙ και άλλων καναλιών. Συνεπώς, καθίσταται σαφές πως αμέσως μετά την ψήφιση του νόμου, η φοιτητική κοινότητα όφειλε να αντιδράσει με τον πιο δυναμικό τρόπο, ειδικά από τη στιγμή που η ενεργή πολιτικά πτέρυγά του τασσόταν ανεπιφύλακτα υπέρ των κατειλημμένων σχολών μιας και σοβαρός πυλώνας αγώνα μπορούσε να δημιουργηθεί μόνο κατά αυτόν τον τρόπο.
Πρέπει συγχρόνως να ληφθεί υπόψιν και η σημαντική παράμετρος της ύπαρξης φοιτητών που χρωστάν λίγα μαθήματα για το πτυχίο τους και ο μεγάλος αριθμός εκείνων που σπουδάζουν σε άλλη πόλη από εκείνη της κατοικίας τους και που οι χαμένες εξεταστικές δε βοηθάνε σε καμία περίπτωση τα ήδη βεβαρημένα οικονομικά της οικογένειάς τους. Θα ψάχναμε όμως σε λάθος μέρος τον αίτιο αν ενοχοποιούσαμε τους χιλιάδες φοιτητές που ψηφίζουν υπέρ των καταλήψεων στις γενικές συνελεύσεις τις τελευταίες εβδομάδες, κομμάτι των οποίων αποτελεί και σημαντικός αριθμός των ¨επί πτυχίω¨. Η συγκεκριμένη οξυμμένη μορφή πάλης στρέφεται ενάντια σε μια άνευ προηγουμένου επίθεση στο δημόσιο χαρακτήρα του ελληνικού πανεπιστημίου η οποία αποτελεί αποκύημα της οικονομικής κρίσης και των εφαρμοζόμενων στο όνομα αυτής πολιτικών οικονομικής αφαίμαξης των μικρομεσαίων κοινωνικών στρωμάτων. Ταυτόχρονα, ας μην ξεχνάμε πως ειδικά με τις συνθήκες που επικρατούν τα τελευταία χρόνια, η για ένα εξάμηνο πιο γρήγορη απόκτηση πτυχίου δεν εξασφαλίζει σε καμία των περιπτώσεων καλύτερες προοπτικές εύρεσης εργασίας.
Έχοντας την εμπειρία των τελευταίων εβδομάδων και ζυγίζοντας την κατάσταση σε κάθε σχολή ξεχωριστά, το φοιτητικό κίνημα οφείλει να συνεχίσει με καταλήψεις εκεί όπου υπάρχει ακόμα ένα γενικότερο υπέρ της συγκεκριμένης μορφής αγώνα αίσθημα. Στις γενικές συνελεύσεις σχολών που εκφράζεται σταδιακά μια κάποια κόπωση, απαιτούνται πιο λεπτοί χειρισμοί χωρίς αυτό να σημαίνει πως θα σημειωθεί η οποιαδήποτε οπισθοχώρηση στην περίπτωση επιστροφής στα αμφιθέατρα –έστω και προσωρινά-. Η κατάληψη δεν αποτελεί το μοναδικό μέσο πάλης και πιθανή συνέχιση του αγώνα με άλλους τρόπους θα πρέπει πάντα να συνοδεύεται από την πιθανότητα νέου κύματος καταλήψεων όπου αυτό κριθεί εφικτό αλλά και με πιο σαφή στόχευση ενάντια στην ισχύουσα πολιτική των μνημονίων και των ιδιωτικοποιήσεων στην παιδεία και σε άλλους τομείς.











